Στις 7 Μαρτίου η “έγκυρη” εφημερίδα
Το Βήμα άνοιξε ως κεραυνός εν αιθρία την συζήτηση περί ουσιαστικής άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, με ένα δημοσίευμα οι προθέσεις του οποίου θα μπορούσαν να ελεγχθούν.
Βεβαίως αυτή είναι διαχρονικά μια δημοφιλής συζήτηση στα καφενεία ή τις οικογενειακές συγκεντρώσεις, που γίνεται συγχέοντας την ασυνέπεια, την αναποτελεσματικότητα, την γραφειοκρατία και όλες τις άλλες αρετές του ελληνικού κράτους, μη εξαιρούμενου και του πελατειακού συστήματος με το θεσμό της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων.
Η συνήθης επιχειρηματολογία έχει να κάνει με την ύπαρξη κακών, αργόμισθων ή και φαύλων υπαλλήλων που εκμεταλλεύονται την θέση τους για ίδια οφέλη, οχυρωμένοι πίσω από την μονιμότητα. Και βεβαίως θα ήταν παράλογο να λέγαμε ότι όλα τούτα δεν υπάρχουν! Υπάρχουν τόσο πολύ ώστε η υπεράσπιση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων να φαίνεται μια άχαρη υπόθεση. Οφείλονται όμως άραγε όλα αυτά στη μονιμότητα, και θα τα εξαλείψει μια ενδεχόμενη άρση της;
Η κριτική αυτή γίνεται κατά κύριο λόγο από εκείνους που δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι και ξεχνιέται μόλις διοριστούν οι ίδιοι ή μέλη της οικογενείας τους. Αλλά κυρίως συνδαυλίζεται τακτικά και από λαϊκιστικές εξάρσεις κυβερνητικών ή μη πολιτικών αναλόγως των συμφερόντων της στιγμής, την ώρα που οι ίδιοι και τα κόμματα τους έχουν διορίσει, διορίζουν και θα διορίζουν εσαεί πολύ περισσότερους δημοσίους υπαλλήλους από αυτούς που το σύστημα χρειάζεται, κυρίως σε θέσεις που δεν χρειάζονται, αφήνοντας κενές άλλες που είναι εντελώς απαραίτητες. Παρόλο δε το αντιθέτως εικαζόμενο, τα κόμματα της αριστεράς δεν υστερούν σε επιδόσεις στο μικρό μερίδιο της εξουσίας που τους ανατίθεται κυρίως στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Η συζήτηση αυτή κρατάει τουλάχιστον εδώ και εκατό χρόνια, από τον καιρό δηλαδή που όπως γράφει ο καθηγητής του συνταγματικού δικαίου κ. Αντώνης Μανιτάκης
στην χθεσινή Αυγή, ο Ελευθέριος Βενιζέλος την καθιέρωσε με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1911:
“ως δραστική αντιμετώπιση της κομματικής φαυλοκρατίας και ασυδοσίας, που επικρατούσε μέχρι τότε, σχετικά με τους διορισμούς και τις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων. Κάθε πολιτική παράταξη που κέρδιζε τις εκλογές φρόντιζε να απολύει όλους τους υπαλλήλους που είχε διορίσει η προηγούμενη κυβέρνηση και να τους αντικαθιστά με τους δικούς της”.
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η προφανής ασυνέχεια του κράτους αλλά όπως παρατηρεί και ο
Φ. Κουβέλης: “
Η αρχή της μονιμότητας αποτελεί βασικό στοιχείο της αρχής του κράτους δικαίου, προστατεύει τη νομιμότητα της λειτουργίας των διοικητικών οργάνων και τη μη εξάρτησή τους από την εκάστοτε κυβέρνηση”. (Εδώ θα προσέθετα και την εξάρτηση από τους άρχοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης). Διότι ποιος υπάλληλος θα επιμείνει στην εφαρμογή του νόμου γνωρίζοντας ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να απολυθεί;
Η μονιμότητα λοιπόν έχει αναμφισβήτητα προτερήματα. Αλλά τι γίνεται με τις παρενέργειες της;
Αν ρίξετε μια ματιά στις προϋποθέσεις του νόμου 3528/2007 (
Κώδικας Δημοσίων Υπαλλήλων) για την μονιμοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων, όσο και στους λόγους επιβολής πειθαρχικών ποινών συμπεριλαμβανομένης της οριστικής παύσης, θα δείτε ότι
προβλέπονται όλα!
Απλά δεν εφαρμόζονται! Αν εφαρμόζονταν δεν θα υπήρχαν αργόμισθοι ή φαύλοι και η εικόνα της δημόσιας διοίκησης θα ήταν άλλη.
Και ποιος έχει την ευθύνη που δεν εφαρμόζονται;
Πρωτίστως οι πολιτικοί προϊστάμενοι και ακολουθούν οι συνδικαλιστικές συντεχνίες που από πίσω τους έχουν τα κόμματα. Κι εδώ τα κόμματα της αριστεράς πρωτοστατούν στη συνωμοσία της σιωπής, τη συγκάλυψη, τη συνδικαλιστική διεκδίκηση λιγότερης εργασίας με την επίκληση του γράμματος του νόμου, την προαγωγή κατ' αρχαιότητα και όχι λόγω ικανοτήτων κλπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εφεύρεση της απεργίας-κατάληψης (δηλώνουμε ότι καταλαμβάνουμε το κτίριο και πάμε σπίτι μας χωρίς να χάνουμε ούτε το μεροκάματο!).
Αλλά για την μη εφαρμογή του νόμου φταίει η μονιμότητα;
Όσο ακριβώς φταίει το σύνταγμα για την πλημμελή εφαρμογή και των υπόλοιπων νόμων! Να καταργήσουμε το σύνταγμα;
Βεβαίως πανηγύρι θα έκαναν οι πολιτικοί μας (για τη σωτηρία της πατρίδος εννοείται) αν τους δίναμε τη δυνατότητα να απολύουν όποιον θέλουν για να προσλάβουν μετά όποιον άλλον θέλουν, τον οποίο μάλιστα θα έχουν έρμαιο των βουλήσεων τους. Απ' αυτό μας προστατεύει το σύνταγμα!
Έχει κανείς αμφιβολία ότι σε μια τέτοια περίπτωση, εκείνοι που θα απολυθούν θα είναι ανεξαρτήτως ικανοτήτων και επιδόσεων, εκείνοι που δεν έχουν προστάτες και κομματική στέγη;
Πιστεύει κανείς ότι οι υπηρεσίες προς τον πολίτη ή η αξιοπιστία των δημόσιων υπηρεσιών θα γίνουν καλύτερες με την άρση της μονιμότητας και τις απολύσεις που θα ακολουθήσουν;
Υπάρχει κανείς σήμερα που να πιστεύει ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας θα λυθεί με την άρση της μονιμότητας; Τη στιγμή που ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός είναι εκείνος που μας έχει οδηγήσει σε αυτή την κρίση; Την ώρα που αναθεωρείται και εγκαταλείπεται;
Η κυβέρνηση, μας λέει Το Βήμα και δεν διαψεύστηκε από κανένα, συσκέπτεται για το πως θα καταστρατηγήσει το σύνταγμα καταργώντας τις θέσεις των δημοσίων υπαλλήλων οπότε και θα μπορεί να τους απολύει. Αν όμως η κυβέρνηση δημιουργήσει νέες θέσεις στις οποίες θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ο απολυμένος είναι υποχρεωμένη να τον επαναπροσλάβει λέει το ΣτΕ. Θα δούμε λοιπόν μέχρι που μπορεί να φτάσει η δημιουργικότητα της σοσιαλιστικής μας κυβέρνησης.
Γιατί όπως λέει ο κ. Μανιτάκης: “όλα αυτά τα χρόνια, τους δημιουργήθηκε (στους δημοσίους υπαλλήλους) η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι το συνταγματικό τους δικαίωμα στη νομιμότητα δεν είναι δυνατόν να το θίξει ο κοινός νομοθέτης. Το πόσο δίκαιη και δικαιολογημένη είναι αυτή η πεποίθηση των εν λόγω υπαλλήλων είναι πιστεύω περιττό να αναλύσω. Δεν τολμώ να φανταστώ ότι θα υπάρξει ελληνική κυβέρνηση που θα επιχειρήσει το αντίθετο, το οποίο θεωρώ ούτως ή άλλως απάνθρωπο: και μόνη η σκέψη του με ξεπερνά ως νομικό, ως συνταγματολόγο, ως δημοκρατικό πολίτη”.
Η κυβέρνηση μας ωστόσο αντί να ασχολείται με τον τρόπο που θα βγάλει την Ελλάδα από την θέση στην οποία η ίδια και οι προκάτοχοι της έβαλαν, ασχολείται με την εύρεση του αποτελεσματικότερου και πιο ανώδυνου για την ίδια τρόπου για να περάσει αδιακρίτως όλα τα μέτρα που της προτείνονται από το ΔΝΤ, τους Γερμανούς ή οποιουσδήποτε άλλους. Μια κυβέρνηση που αρνείται να σκεφτεί οποιαδήποτε άλλη διέξοδο ακόμα κι όταν όλα δείχνουν ότι αργά ή γρήγορα θα φτάσει στην επαναδιαπραγμάτευση του χρέους. Μόνο που τότε θα έχει ήδη θυσιάσει τα ψήγματα εθνικής κυριαρχίας μαζί με τις ζωές της μεγάλης πλειοψηφίας των ελλήνων. Μια κυβέρνηση που εφαρμόζει μια ελληνική εκδοχή της επικοινωνιακής πολιτικής του Ομπάμα, τόσο προσφιλή άλλωστε στο ΠΑΣΟΚ: πολλά ωραία λόγια, λίγη ουσία.
Η διακυβέρνηση όμως μιας χώρας δεν είναι σήριαλ, ταξίδια, χειραψίες και χαμόγελα. Χρειάζεται στόχο και
σχέδιο πειστικό και αποδεκτό από την πλειοψηφία. Γιατί αλλιώς μιλάμε για "ελέω θεού" διακυβέρνηση και για ανάγκη υπεράσπισης των αυτονόητων δικαιωμάτων μας που δεν έχουμε εξ όσων γνωρίζω ενσυνείδητα απεμπολίσει με την ψήφο του Οκτωβρίου.
Για να μπορέσει όμως η κοινωνία και πρωτίστως η αριστερά να υπερασπιστεί τα αυτονόητα πρέπει να απαρνηθεί πρακτικές και να καταγγείλει φαινόμενα σαν κι αυτά που αναφέραμε παραπάνω, ώστε να έχει το ηθικό δικαίωμα να αντιταχθεί στην προφανή πολιτική τακτική της κυβέρνησης να στρέψει τον ένα εργαζόμενο εναντίον του άλλου. Και βεβαίως να υπερασπιστεί αποτελεσματικά το σύνταγμα σύμφωνα με την 4η παράγραφο της
ακροτελεύτιας διάταξης του.